Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017















Ό,τι δεν μπορώ να εκφράσω
το ψάχνω στην ποίηση
σελίδες επί σελίδων
έχουν υμνήσει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά
με χίλιους διαφορετικούς τρόπους
που εγώ ποτέ δεν θα γράψω

αλλά για το δικό μας αγκάλιασμα
έχουμε γράψει και θα γράψουμε μόνο εμείς...

"...με συνταράσσει,
η επιθυμία,
θέλω να σε κοιτώ και να σε κρατώ,
να σε βλέπω να ξυπνάς και να κοιμάσαι,
να ακούω τη φωνή σου..."

κι αν αυτές οι λέξεις είναι κάπως κοινότυπες
τις πιο περίτεχνες
θα τις αφήσω για άλλους ποιητές, καλύτερους...

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017




Νοσταλγία δεμένη στο λαιμό,

τώρα κενό·

λέξεις

γεμάτες συντριβή που αποφεύχθη, 

τις είπα όλες·

κομμάτι πικρό και γλυκό,

τότε.


Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Στο πλοίο-Κική Δημουλά



Μικρόσωμο νεαρό ζευγάρι.
Εκπατρισμένη των ματιών η καταγωγή.
Κάπου στην επιβίωση θα δουλεύουν
- φημίζεται για την αξιοσύνη της
η υποταγή.

Με άδεια καλοκαιρινή.
Ελεύθερα τώρα τα χέρια νοικοκυρεύουν
τα παραμελημένα χάδια τους.

Θαυμάζω τι επιδέξια ξαπλώνουν τα δάχτυλα
στου παιχνιδιού τους το κρεβάτι
σφιχτά δεμένα
σα να πλέκουν γελαστά καλαθάκια
με πόθου συστροφή τα γεμίζουν
τα ξηλώνουν κι απ' την αρχή τα πλέκουν

σα να κουράστηκε τώρα ο νέος
ίσως απ' την πολλή ελευθερία της πλοκής
λίκνιζε χαρούμενα και το πλοίο
γέρνει κι αποκοιμιέται
πάνω στο αριστερό του σκουλαρίκι

ξύπνια εκείνη ακόμα
κοιτάζει για λίγο το κοιμισμένο χέρι του
κι αργά προσεκτικά μην το ξυπνήσει
στον ώμο της το φέρνει
κι επάνω του γέρνοντας
γλυκά κι αυτή αποκοιμιέται.

Τι εύχρηστο μαξιλάρι η αγάπη
κατάλληλο
για κάθε ταξίδι του πόνου στο σώμα
για κάθε ηλικίας όνειρα
για κάθε είδους νύστα
απαραίτητο
για το σπίτι
για το στοχασμό
για το λεωφορείο
για το πλοίο και για ό,τι
μας πνίγει.

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Η μικρή Ομόνοια


Η μικρή Ομόνοια
βασιλεύει στο τέλος της Πανεπιστημίου
Άχρωμη μα ουδόλως άοσμη
δεσπόζει στο θρόνο της πολυκοσμίας και του θορύβου.
Οι ανόητοι Αθηναίοι την περιφρονούν,
 οι μοναχικοί ξένοι την κάνουν το σπίτι τους
 όχι από επιλογή, από ανάγκη.
Η μικρή Ομόνοια αισθάνεται θλιμμένη.

Τα βράδια κρατά τα μάτια της κλειστά, φοβάται.
Θέλει να δει επιτέλους τους δρόμους της με χρώμα
τους ανθρώπους της να χορεύουν και να γελούν.
Αποφασίζει, λοιπόν, να κάνει ένα πάρτι για να γιορτάσει τα γενέθλιά της
[η τελευταία φορά που τα γιόρτασε ήταν όταν έκλεισε τα 100].
Αναθέτει, τότε, στους λιγοστούς πιστούς της φίλους,
τους καλλιτέχνες των γειτονικών θεάτρων
και τους μουσικούς των δρόμων,
να σταθούν στην πλατεία και να προσκαλέσουν τους περαστικούς.
"Έι εσείς, δείτε την ωραία μας Ομόνοια, έβαλε τα καλά της και σας περιμένει. Χορέψτε μαζί μας!"

Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν και έσπευσαν να μάθουν από που ακούγονται τόσες μουσικές...
και μαζεύτηκαν πολλοί, περισσότεροι από ότι είχε τολμήσει να ελπίσει
η μικρή Ομόνοια ζωντάνεψε
χαμόγελα φώτισαν το γκριζωπό πρόσωπό της.
Ήταν τόση η χαρά της
που φανταστείτε έπαψε να ακούει τα γκρουτζουνίσματα των αμαξιών
αφέθηκε στους ήχους της λατέρνας
και στα χάδια των χορευτικών βημάτων.
Βάλθηκε να γίνει οικοδέσποινα σωστή!
Τους χώρεσε όλους, τους ένωσε όλους.

"Αχ", αναφώνησε η μικρή Ομόνοια, "ας ήταν όλες οι μέρες σαν και σήμερα."

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Αντίδοτο

Βρεγμένα σημάδια των καιρών
τα βήματά μου 
μπλεγμένα σε κτίρια δικαίων
στων επιτυχιών την επιτακτική ανάγκη

μα κάπου εκεί
μέσα στη σύγχυση της πόλης
στη μικρή ματαιότητα της καθημερινής σπατάλης

μπροστά στου δημοσίου υπαλλήλου
το απωθητικό μειδίαμα και το βαρύτονο όχι
ξαφνικά θυμάμαι
πως πάλι θα σε δω
και πια δεν τον ακούω...





Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Και μοιάζει η αυλή μου
με πράσινο λιβάδι
αφήνει τον λογισμό μου
να τρέχει σαν παιδί

ήλιοι και περατζάδες
γέλια σε νυχτερινές ταράτσες
και το κρασι να ρέει πριν το φιλί

το άπληστο μυαλό μου
αέρα έχει πάρει
ούτε μιας μέρας κάνει
σιγή αναγνωστική

φαίνεται το ρομανθέρο φύσηξε για τα καλά
και πουλάκια τυφλά
χτυπούν στο παράθυρό μου...

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Κάποιες φορές ήταν μια μελωδία,
ένα πρόσωπο που σου έμοιαζε
Κάποιες άλλες
ήταν απλά η φαντασία μου
Διέσχιζες με το μαύρο σου παλτό κάποιο σοκάκι της πόλης με χέρια ορθάνοιχτα
Ή στεκόσουν στην απέναντι αποβάθρα, χαμογελώντας μου συνένοχα


Ο κόσμος μου έπρεπε να βγει από την τροχιά σου
έπρεπε να πλαγιάσω με την σκέψη σου και να τη νικήσω
έπρεπε να αντικρίσω άλλα από των ματιών σου χρώματα


Έτσι,
καρφίτσωσα την ιστορία μας σαν παράσημο αλλοτινών εποχών
και γαλήνεψα...


Και να που τώρα σε κρατώ κάτι στιγμές σαν και τούτη
το πνεύμα σου ταιριάζει εδώ, οπως η δική μου καρδιά°
τυλιγμένοι στις γενέθλιες λέξεις μας
δημιουργούμε ξανά


Στο ολόφωτο φοντο του νέου μας κόσμου
ο κόπος μας προσώρας δικαιώνεται.








Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Αναστολή-Ντίνος Χριστιανόπουλος



Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

The Lovers (1928), Rene Magritte
Ένα πρωί ξύπνησαν ο ένας αντίκρυ στον άλλον
και δεν αναγνωρίζονταν πια
ήταν η στιγμή
που ήταν περισσότερο από ποτέ ο εαυτός τους.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Τι φέρνει νοσταλγία στο πρόσωπό σου;
μήπως οι θάλασσες υγραίνουν τα μάτια σου,
η ομορφιά;
γιατί το αναμμένο φεγγάρι σε ξυπνά τις νύχτες;

ας μη μιλάς
τα χέρια σου δε με αφήνουν να φύγω
έχουν το θάρρος να παλεύουν
ως το τέλος

και επιστρέφω πάντα

ό,τι έλειπε εδόθη
σαν σε μαγική συμφωνία
υπήρξες
σαν σε μαγική συμφωνία
υπήρξα

και όταν στη σκιά μου γύρεις 
γλυκό ύπνο να γευθείς
εγώ θα είμαι εδώ.



Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Τραγουδάκι

Είσαι ένα αγαπησιάρικο τραγουδάκι
φυσάς αλλοπαρμένο ανάμεσα στα χέρια μου
τρέχεις ρυθμικό πάνω στα χνάρια μου

Ξεκαρδίζομαι όταν σε φέρνω στα χείλη μου
πετάω τη σκούφια μου από χαρά
Κρύβεις τον μικρό εαυτό μου
και τον κρατάς σφιχτά ώσπου να μεγαλώσει
και μεγαλώνει και μεγαλώνει...
Και να,
μεγάλωσε τόσο που άρχισε κι αυτός να τραγουδά!

Σύνδεση

Τα λόγια σβηστά
η ποίηση δε χωρά τόση προσμονή
και η ζωή δεν τρέχει έως εκείνον

Μα αν ακούει-έστω από μακριά
από το εφαλτήριο σημείο της απόστασης
το πιστό μου απωθημένο στην ανάμνηση
να αλλάζει πεπρωμένο

Αν ακουμπά τον έρωτα,
όπως η ουσία του κάποτε το πρόσωπό μου

Κι αν πονά σαν τεχνίτης
της διάφανης ύλης που μας ενώνει

Δεν θα πρεπε να αμφιβάλλω
ότι ο τόσος κόπος
κάπου χρησιμεύει.





Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Φουαγιέ

Αχνά φωτισμένη ατμόσφαιρα
και μπροστά μου η σκάλα προς τον εξώστη
καθισμένη στο κόκκινο παγκάκι
εισπνέω αυτάρεσκα μωβ και κόκκινο χρώμα
γύρω μου αρτιστίκ φωτογραφίες του θιάσου

φαίνεται αστείο
αλλά κάπου μεταξύ φαντασίας και ουτοπικής πεποίθησης
περιμένω να φανεί ο σκηνοθέτης
ο οποίος
τριγυρνώντας στους διαδρόμους καπνίζοντας,
λίγο πριν δώσει τις τελευταίες οδηγίες στους φιλόδοξους ακολούθους του,

με βλέπει και μου προτείνει να τα παρατήσω όλα και να γίνω ηθοποιός. Παιδικό απωθημένο, μυθοπλαστική διαφυγή;
Μια σκέψη έκανα. Ποιος ξέρει!



Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Αντρέ Ζιντ για Όσκαρ Ουάιλντ (In memoriam)

[...]Οσοι πλησίασαν τόν Ούάιλντ, μόνο κατά τά τελευταία χρόνια τής ζωής του, δέ μπορούν καλά νά φανταστούν, έπειτα άπ’ τό ερειπωμένο κι έξασθενημένο πλάσμα, πού μας άπέδωκεν ή φυλακή, τό θαυμαστό εκείνο πλάσμα, πού υπήρξε στις άρχές. Τόν συνάντησα πρώτη φορά, τό 91. Ό Ούάιλντ είχε, τότε, εκείνο πού ο Τακκεραίη αποκαλεί «τό κυριότερο χάρισμα τών μεγάλων άνδρών»: τήν επιτυχία. Οι κινήσεις του, τό βλέμμα του, θριάμβευαν. 'Η επιτυχία του ήταν τόσο βέβαιη, ώστε φαινόταν σά νά του προπορευόταν, κι διότι ό Ούάιλντ δέν είχε παρά, άπλώς, νά προχωρεί ξοπίσω της. Τά βιβλία του κατέπλησσαν, γοήτευαν. Τά θεατρικά του έργα έκαναν ολο τό Λονδίνο νά τρέχει νά τά βλέπει. Ήταν πλούσιος, ήταν μεγάλος, ήταν ωραίος· γιομάτος εύτυχίες καί τιμές. Κάμποσοι τόν παρομοίαζαν μέ Βάκχον άσιατικό, άλλοι μέ Ρωμαίο αύτοκράτορα κι άλλοι μέ τόν ίδιο τόν ’Απόλλωνα, — καί τό βέβαιον ήταν πώς άκτινοβολουσε. 

Στό Παρίσι, μόλις ήρθε, τ’ ονομά του έτρεξε άπό στόμα σέ στόμα διηγούντο, γι’ αύτόν, μερικά έξωφρενικά άνέκδοτα: ό Ούάιλντ δέν ήταν, άκόμα, παρά εκείνος πού κάπνιζε σιγαρέτα μέ χρυσό έπιστόμιο, καί πού περιδιάβαζε στούς δρόμους μ’ ενα άνθος ηλιοτροπίου στό χέρι. Γιατί, έπιδέξιος στό νά ξεγελάει δλους αύτούς πού φκιάνουν τήν κοσμική δόξα, ό Ούάιλντ κατάφερε νά δημιουργήσει, έμπρός άπό τ’ άληθινό του πρόσωπο, ενα φάντασμα διασκεδαστικό, μέ τό όποιον έπαιζε πανέξυπνα. 

’Άκουσα νά μιλούν γι’ αύτόν, στό σπίτι του Μαλλαρμέ: τόν παράσταιναν σάν ένα λαμπρόν ομιλητή, έναν «causeur», καί πόθησα πολύ νά τόν γνωρίσω, χωρίς πολλές ελπίδες καί νά τό κατορθώσω. Μιά καλή σύμπτωση, ή μάλλον κάποιος φίλος μ’ εξυπηρέτησε, πού του είχα εκφράσει τήν έπιθυμία μου. Κάλεσαν σέ δείπνο τόν Ούάιλντ. Του τό παρέθεσαν σ’ ένα εστιατόριο. ’Ήμαστε τέσσερις άλλά ό Ούάιλντ μόνο μίλησε. 

Ό Ούάιλντ δέ συζητούσε: διηγόταν. Σχεδόν καθ’ όλη τή διάρκεια του γεύματος, δέ σταμάτησε άπ’ τό νά διηγείται. Διηγόταν ήρεμα καί άργά άκόμα κι ή φωνή του ήταν θαυμαστή. ’Ήξερε περίφημα τά γαλλικά, δμως έκανε σά νά γυρεύει κάπως τίς λέξεις, έτσι ώστε νά κάνει τούς άλλους νά τις περιμένουν. Δεν ειχε σχεδόν τόνον ορισμένο, ή τουλάχιστον, κρατούσε μόνον άπ’ αύτόν ό,τι του άρεσε, καί πού έδινε, μ’ αύτό, στις λέξεις, κάποτε, μιά καινούργιαν οψη καί παράδοξη. 

Πρόφερε, έξαφνα, επίτηδες, (σκεπτισίσμ), άντί του «σεπτισίσμ» (σκεπτικισμός)... Οί διηγήσεις πού μάς ειπεν άτελεύτητα, τή βραδιάν εκείνη, ήταν συγκεχυμένες, κι οχι άπό τίς καλύτερές του· ό Ούάιλντ, άβέβαιος, άκόμα, γιά τίς ίκανότητές μας, μάς δοκίμαζε. ’Απ’ τή σοφία του, ή ’ίσως άπ’ τήν τρέλα του, δεν έδινε ποτέ, παρά ό,τι πίστευε πώς θά μπορούσε νά γευθεί ό άκροατής του' πρόσφερε στόν καθένα, κατά τήν όρεξή του, τό φαγητό πού νόμιζε πώς ταίριαζε σ’ αύτόν εκείνοι πού δέν περίμεναν τίποτε, δέν έπαιρναν καί τίποτε, ή μάλλον λίγον έλαφρότατον άφρό κι επειδή καταγινόταν στό νά διασκεδάζει, προπαντός, τούς άλλους, πολλοί άπό εκείνους πού πίστεψαν διότι τόν γνώρισαν, δέ γνώρισαν παρά τό «διασκεδαστή», άπλώς, καί τίποτ’ άλλο. 

"Οταν τελείωσε τό γεΰμα, βγήκαμε. Οί δυό μου φίλοι βάδιζαν μαζί, ό Ούάιλντ μέ πήρε κατά μέρος: —Άκοΰτε μέ τά μάτια, μου λέει: αρκετά άπότομα καί νά γιατί θά σας διηγηθώ αυτή τήν ιστορία: 

"Οταν ό Νάρκισσος σκοτώθηκε, τ άνθη των άγρών ήταν απελπισμένα, καί ζήτησαν άπό τόν ποταμό, στάλες νερού, γιά νά τόν κλάψουν.
 —”Ω, τούς άπάντησεν ό ποταμός, κι αν όλες οί στάλες των νερών μου ήταν δάκρυα, δέ θά έφταναν, ούτε σέ μένα, γιά νά κλάψω αρκετά τό Νάρκισσο: τόν αγαπούσα. —”Ω, ξαναείπαν τ’ άνθη τών άγρών, καί πώς νά μην τόν λάτρευες, τό Νάρκισσο; -Ήταν ωραίος. — Μά ήτανε, πραγματικά, ωραίος; είπε τό ποτάμι. — Καί ποιός θά τό ’ξερε καλύτερα, αυτό από σέ τόν ίδιον; Κάθε μέρα στην όχθη σου γερμένος, καθρέφτιζε τήν ομορφιά του, μέσα στά νερά σου... Ό Ούάιλντ σταματούσε, τότε, λίγο ... 
’Άν τόν αγαπούσα, άποκρίθηκε ό ποταμός, ήταν επειδή, κάθε φορά πού έγερνε στην όχθη μου, έβλεπα τό καθρέφτισμα τών ίδιων μου νερών, μέσα στά μάτια του. Κι ό ’Όσκαρ Ούάιλντ, φουσκώνοντας μ’ ενα παράξενο ξέσπασμα γέλιου, πρόσθετε: Αυτό επιγράφεται: (ό Μαθητής). 

Είχαμε φτάσει πιά μπροστά στήν πόρτα του, καί τόν άφήσαμε. Μέ κάλεσε νά πάω νά τόν ξαναδώ. Εκείνη τή χρονιά, καθώς καί τήν επόμενη, τόν ειδα σέ πολλές μεριές, σχεδόν παντού, συχνά.

Μπροστά στούς άλλους, τό ξανάπα ήδη, ο Ούάιλντ έδειχνε μιά προσωπίδα ψεύτικη κι επίσημη, κανωμένη γιά νά καταπλήσσει, νά διασκεδάζει, καί, πολλές φορές, νά εκνευρίζει. Δέν άκουγε ποτέ, καί νιαζόταν λίγο γιά τίς σκέψεις, πού δέν ήτανε δικές του. Μόλις έπαυε νά λάμπει, αύτός μόνος, τότε αμέσως εξαφανιζόταν. Καί πιά δέν τόν ξανάβρισκε κανένας, παρά μοναχά σάν τύχαινε ν’ άντα- μώσουν μόνοι. ’Αλλά, μόλις έμεναν μονάχοι, ευθύς άμέσως άρχιζε: 

 — Τί κάματε από τά χθες; Κι έπειδή, τότε, ή ζωή μου έτρεχε γαλήνια, κανονικά, χωρίς άλλα τραντάγματα, ή άφήγησή της δέ μπορούσε νά παρουσιάσει κανένα ιδιαίτερο καί ξεχωριστό ενδιαφέρον. Επαναλάμβανα, πειθήνια, τιποτένια μικρογεγονότα, βλέποντας, ένώ μιλούσα, τό μέτωπο του Ούάιλντ νά σκοτεινιάζει. 
— Πραγματικά, αυτά μονάχα κάματε; 
— Ναί, του άποκρινόμουν. 
— Κι αυτά πού λέτε, είν’ αληθινά; 
— Ναί, εντελώς άληθινά. 
— Αλλα, τότε, ποιος ο λόγος να τα λέτε;  Το βλέπετε καλά: αυτό δεν έχει κανένα, εντελώς, ενδιαφέρον. 
— Πρέπει νά καταλάβετε, πώς υπάρχουν δυό κόσμοι: εκείνος πού υπάρχει, δίχως νά τόν αναφέρουμε’ τόν ονομάζουν κόσμο πραγματικό, γιατί δέν είναι ανάγκη νά μιλούμε γι αυτόν, γιά νά τόν βλέπουμε. 'Ο άλλος, είναι ό κόσμος τής τέχνης εκείνος, γιά τόν όποιον πρέπει νά μιλούμε, γιατί, χωρίς αυτό, δέ θά υπήρχε. 

Ηταν, κάποτε, ένας άνθρωπος, πού τόν αγαπούσαν, στο χωριό του, γιατί διηγόταν ίστορίες. Κάθε πρωί έφευγε άπ τό χωριό καί κάθε πού γύριζε τό βράδυ, οί εργάτες του χωριού, πού είχαν κοπιάσει όλη την ήμερα, μαζεβόντουσαν τριγύρω του καί του ’λεγαν: ’Εμπρός! Διηγήσου μας: Τί είδες σήμερα; 

Κι εκείνος διηγόταν: Είδα, μέσα στό δάσος, ένα φαύνο, πού παίζε φλογέρα, κι έκανε νά χορεύουν, γύρω τον, σέ κύκλο, αιγιπάνες μικρούληδες τον δάσους.

 — Διηγήσον μας άκόμα: σάν τί είδες; έλεγαν οί άνθρωποι. 
— Μόλις έφτασα στην ακρογιαλιά, είδα τρεις σειρήνες, στην άκρη των κυμάτων, πού χτένιζαν, μ ’ ένα χρυσό χτένι τά πράσινα μαλλιά τους. 
— Κι οί άνθρωποι τόν αγαπούσαν, γιατί τούς διηγόταν ιστορίες. Κι ένα πρωί, έφυγε πάλι, καθώς ταχτικά, απ’ τό χωριό του, άλλά μόλις έφτασε στην ακρογιαλιά, νά πού βλέπει, ξάφνου, τρεις σειρήνες, τρεις σειρήνες, στην άκρη των κυμάτων, πού χτένιζαν, μ’ ένα χρυσό χτένι, τά πράσινα μαλλιά τους. Κι έξακολουθώντας τό δρόμο του, πιό πέρα, είδε καθώς έφτασε στό δάσος, ένα φαύνο, πού έπαίζε φλογέρα, σ’ ένα κύκλο άπό αιγιπάνες... 

Κι εκείνη τη βραδιά, γνρνώντας στό χωριό, όταν τόν ρώτησαν, όπως τόν ρωτούσαν κάθε βράδυ: ’Εμπρός! Διηγήσου μας: Τί είδες; Άποκρίθηκε: 
— Σήμερα, τί νά πω, δέν είδα τίποτα. 'Ο Ούάιλντ σταματούσε λίγο, άφηνε νά κατέβει καλά, μέσα μου, ή έντύπωση αυτής τής ιστορίας, κι έξακολουθουσε: Δέν αγαπώ τά χείλη σας είναι ίσια, σάν κάποιον πού δέν είπε ποτέ ψέματα. Θέλω νά σας μάθω τό πώς νά λέτε ψέματα, έτσι ώστε τά χείλη σας νά γίνουν όμορφα, καί συνεσπασμένα, όπως μιας αρχαίας προσωπίδας. Ξέρετε τί είν’ αυτό που ξεχωρίζει ενα έργο τέχνης, από ένα εργο φυσικό; Ξέρετε που θά βρείτε τη διαφορά τους; Γιατί, τελοσπάντων, τό άνθος του ναρκίσσου είναι ωραίο, όσο κι ένα έργο τέχνης, — κι εκείνο πού τά ξεχωρίζει, δέ μπορει νά ’ναι ασφαλώς, η ομορφιά. Ξέρετε τί τά διακρίνει, μεταξύ τους; —Ότι, τό έργο τέχνης είναι, πάντα, ένα καί μοναδικό. 'Η φύση, πού δέν κάνει τίποτε βιώσιμο, επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, έτσι ώστε τίποτε, άπ όσα αυτή κάνει, νά μη χαθεί οριστικά καί τελειωτικά. Υπάρχουν πλήθος άνθη του ναρκίσσου νά γιατί, καθένα άπ’ αυτά μπορεί νά ζήσει μόνο μιάν ημέρα. Καί κάθε φορά, πού ή φύση εφευρίσκει ένα νέο σχήμα, αμέσως καί τό επαναλαμβάνει. 'Ένα θαλάσσιο τέρας ξέρει πώς, σέ κάποιαν άλλη θάλασσα, υπάρχει ένα άλλο θαλάσσιο τέρας, όμοιό του. Οταν ό θεός έπλασε ένα Βοργία η ένα Ναπολέοντα, μέσα στην ιστορία, έβαλε δίπλα τους, άμέσως, κι άλλον έναν. Τί σημαίνει άν δέν τόν γνωρίσαμε. Τό σημαντικό είναι, ο ένας απ’ αυτούς νά επιτύχει γιατί ό θεός εφευρίσκει καί δημιουργεί τόν άνθρωπο, κι ό άνθρωπος εφευρίσκει καί δημιουργεί τό έργο τέχνης. Ναι, ξέρω... κάποια μέρα έγινε μιά μεγάλη ταραχή στή γη, σάν ή φύση νά έπρόκειτο νά δημιουργήσει κάτι τό μοναδικό, κάτι τό πραγματικά μοναδικό.[...]

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές- Boris Vian

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές
Και μάλιστα καλύτερ’ από μένα
Αν λοιπόν γράφω στίχους
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Είναι γιατί μ’ αρέσει
Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.